
Η απόσυρση από το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών «ενίσχυση της εποπτείας των διαχειριστών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (servicers) και προστασίας των οφειλετών» του άρθρου 23, με το οποίο προβλεπόταν ότι οι συμβάσεις ρύθμισης οφειλών μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών ή εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) θα αποτελούσαν εκτελεστό τίτλο, είναι ένα αυτονόητο βήμα για να μη διαταραχθεί με ντροπιαστικό τρόπο η έννομη τάξη. Επρόκειτο για ένα νομοθετικό πραξικόπημα, που παραβίαζε παράφορα συνταγματικά, ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα των οφειλετών.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ, στις 30 Οκτωβρίου, με παρέμβασή της στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, εξέφρασε την έντονη αντίθεσή της στο συγκεκριμένο άρθρο, επισημαίνοντας ότι η αναγνώριση μιας εξωδικαστικής σύμβασης ρύθμισης ως εκτελεστού τίτλου ενισχύει υπέρμετρα τη θέση των πιστωτών και δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο ανασφάλειας δικαίου. Παράλληλα, υπονομεύει τις εγγυήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθώς μπορεί στην πράξη να αποστερήσει από τους καταναλωτές, και ιδίως από τους πλέον ευάλωτους, τη δυνατότητα έγκαιρου και ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου των απαιτήσεων που προβάλλονται σε βάρος τους.
Μια αυτονόητη όμως αναδίπλωση, δε θα μπορούσε να είναι ούτε ικανοποιητική για τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταναλωτών ούτε αρκετή. Δυστυχώς, αντίστοιχη διάταξη έχει ήδη προβλεφθεί και εφαρμόζεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Ν.4738/2020. Πρόκειται ειδικότερα για τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 27 Ν. 4738/2020, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 5313/2026, σύμφωνα με τις οποίες η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο.
Έτσι, αν ο οφειλέτης βρεθεί σε αδυναμία να ικανοποιήσει τη ρύθμιση, ακόμα και πρόσκαιρα, οι πιστωτές έχουν δικαίωμα να επιβάλουν άμεσα κατάσχεση εις βάρος της περιουσίας του και της κύριας κατοικίας του, χωρίς να προηγηθεί το στάδιο της έκδοσης διαταγής πληρωμής, στην οποία ο οφειλέτης θα μπορούσε να αμυνθεί με την άσκηση ανακοπής. Με τον τρόπο αυτό απαλείφεται το σημαντικό στάδιο του ελέγχου της απαίτησης και της νομιμότητας της έκπτωσης του οφειλέτη από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης καθώς και η δυνατότητα λήψης μέτρων αναστολής ενάντια στην αναγκαστική εκτέλεση.
Η πρόβλεψη μάλιστα αυτή προστίθεται σε ένα πλήθος καταχρηστικών και παράνομων γενικών όρων της σύμβασης αναδιάρθρωσης που συνάπτεται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού. Πρόκειται για συμβάσεις που στην ουσία διασφαλίζουν αποκλειστικά τα συμφέροντα των πιστωτών, εκλαμβάνοντας τους οφειλέτες ως συμβαλλόμενους κατώτερης κατηγορίας.
Την ίδια αυτή αντίληψη, ότι δηλαδή οι οφειλέτες μειονεκτούν και δεν αξίζουν ίσης μεταχείρισης, εξυπηρετούν α) η νομιμοποίηση υπέρογκων ποσών προκαταβολής για τη ρύθμιση των οφειλών, τόσο μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού όσο και διμερώς και β) η προβλεπόμενη κατάργηση του Κώδικα Δεοντολογίας, που αντικαθίσταται από μία νέα, ιδιαίτερα προβληματική και μη φιλική για τον οφειλέτη, διαδικασία διμερούς ρύθμισης οφειλών. Παρά τις αδυναμίες του, ο Κώδικας αποτελεί θεσμοθετημένο πλαίσιο επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης, με κατευθύνσεις για την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των δανειοληπτών και την αναζήτηση κατάλληλων και βιώσιμων λύσεων. Αντί της κατάργησής του, απαιτείται η ουσιαστική βελτίωσή του, με σαφέστερα κριτήρια βιωσιμότητας και αποτελεσματικό έλεγχο των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Για τους παραπάνω λόγους, η Ε.Κ.ΠΟΙ.Ζ.Ω ζητά:
- 1. Την άμεση κατάργηση της αντίστοιχης διάταξης που προσδίδει ισχύ εκτελεστότητας στη σύμβαση αναδιάρθρωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού.
- 2. Τη διατήρηση και την ουσιαστική ενίσχυση του Κώδικα Δεοντολογίας.
- 3. Την πρόβλεψη υποχρεωτικής υποβολής πρότασης ρύθμισης χωρίς προκαταβολή.





